-> read in english

Ευρώπη: Μια βιβλιοθήκη ή ένα σούπερ μάρκετ;

Μια βιβλιοθήκη ή ένα σούπερ μάρκετ; Αν θέλαμε να βρούμε μια επιτυχημένη μεταφορά για την Ευρώπη σε αυτή την οριακή στιγμή της ιστορίας, ποια θα ήταν η πιο εύστοχη;

From left to right: Vlad Troitzkyi (Ukraine), Ioanna Petrisi (Greece), Meera Jamal (Pakistan), Monika Mokre (Austria) and Corinna Milborn (moderator)

Όταν άνθρωποι από διαφορετικές χώρες συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι με σκοπό να ανταλλάξουν απόψεις για την «Δημοκρατία σε μια κοινωνία μετανάστευσης», όπως ήταν το θέμα της συνάντησης που οργάνωσε η Ένωση Θεάτρων της Ευρώπης την Κυριακή 15 Ιανουαρίου στο Volkstheater της Βιέννης – τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά. Ανάμεσα σε όλα και αυτό.

Πρόκειται για ένα θέμα που ελάχιστα συζητιέται, παρόλο που συμβαίνει και θα εξακολουθήσει να συμβαίνει. Αλλά και για ένα θέμα «πολύ προκλητικό» όπως εξαρχής το χαρακτήρισε η Ιωάννα Πετρίτση από την Θεσσαλονίκη εκπροσωπώντας την μη κρατική οργάνωση ΑΡΣΙΣ και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

«Το να μιλάμε για δημοκρατία είναι προς το παρόν ένα μακρινό όνειρο για την μεταναστευτική κοινότητα» πρόσθεσε. Με την εικόνα των σκηνών πνιγμένων στο χιόνι στα ελληνικά νησιά να είναι πολύ πρόσφατη, η ομιλία δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από την χώρα που έχει κληθεί να διαχειριστεί ένα μεγάλο μέρος του ζητήματος.

«Κάτω από την αυτοαποκαλούμενη κατάσταση κινδύνου όλες οι όψεις της δημοκρατίας, όπως και η εκπροσώπηση, θυσιάζονται. Οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως ανίκανες μονάδες που δεν μπορούν να έχουν κανέναν έλεγχο στον σχεδιασμό της ζωής τους. Χαρακτηριστικό είναι πως οι αιτούντες άσυλο έχουν από περιορισμένη έως καθόλου πρόσβαση στα νόμιμα έγγραφά τους. Αποφασίζεται ερήμην τους το σε ποια χώρα θα πάνε και το μαθαίνουν την τελευταία στιγμή.»

Αλλά και στην καθημερινή ζωή στα καμπς, όπου η Ιωάννα έχει εργαστεί μας ενημερώνει πως «κάθε προσπάθεια αυτό-οργάνωσης πέφτει στο κενό. Συχνά αυτός που επικρατεί είναι ο πιο ισχυρός».

Η Μίρα Τζαμάλ ζει και εργάζεται στην Γερμανία από το 2008. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα της, το Πακιστάν όπου εργαζόταν ως δημοσιογράφος. Ευαισθητοποιημένη σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δηλώνοντας άθεη αντιμετώπιζε συχνά απειλές στην χώρα της. Πράγμα που βίωσε από άλλους ομοεθνείς μετανάστες τον πρώτο καιρό στην Ευρώπη. Την ρωτούσαν πως είναι δυνατόν να δηλώνει άθεη, από την στιγμή που γνώριζε πολύ καλά συνέπειες για όσους εγκαταλείπουν την θρησκεία του Ισλάμ.

Όπως όμως τονίζει η ίδια, ο φόβος υπάρχει και από τις δύο πλευρές και μοιράζεται μαζί μας μια ιστορία που έχει καταγράψει και σε ένα άρθρο της. Η γειτόνισσά της στο Βισμπάντεν θορυβήθηκε όταν κρέμασε ένα μαύρο πανί στον κήπο της προκειμένου να διώξει τα έντομα. Τη προειδοποίησε να «απομακρύνει αυτή την μαύρη Ισλαμιστική σημαία».

Και συνεχίζει λέγοντας πως και οι δύο πλευρές έχουν δικαιώματα που οφείλουν να είναι ίσα για όλους. Πολύ συχνά οι πρόσφυγες δεν γνωρίζουν τους νόμους όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών. Το θέατρο θα μπορούσε να βοηθήσει σε αυτό το πλαίσιο ως ένας εύληπτος τρόπος ενημέρωσης και εκπαίδευσης.

Η Μόνικα Μόκρε, πολιτική επιστήμων τόνισε με την σειρά της πως τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα όπως η στέγη, το φαγητό ή η πρόσβαση στην εκπαίδευση και το δικαίωμα εργασίας οφείλουν να είναι δεδομένα για όλους τους ανθρώπους. Είτε είναι πρόσφυγες είτε όχι. Εξήγησε πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στην Αυστρία δέκα χρόνια και ακόμη δεν ψηφίζουν. Οι αιτούντες άσυλο δεν έχουν καθόλου δικαιώματα και δεν μπορούν να καλέσουν ούτε την αστυνομία. Αυτή είναι μια πρόκληση και η προσπάθεια οφείλει να είναι μακροχρόνια. Υποστήριξε τέλος πως το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο μιας και έχει να κάνει με το τι είδους κοινωνία θέλουμε να έχουμε.

Μια διαφορετική άποψη φώτισε ο Ουκρανός καλλιτέχνης Βλαντ Τρόιτσκι, ο οποίος βλέπει τις χώρες που υποδέχονται πρόσφυγες όπως η Αυστρία ή η Γερμανία να γίνονται «έρμαια όσων φιλοξενούν».

«Οι μετανάστες πολλές φορές νιώθουν πως όλοι τους χρωστάνε κάτι. Βοήθεια, χρήματα, οτιδήποτε. Υιοθετούν συχνά μια παιδιάστικη συμπεριφορά και δεν μπορείς να κάνεις διάλογο μαζί τους. Αλλά και η Ευρώπη έχει μια παιδιάστικη αντιμετώπιση. Στο τέλος κανείς δεν παίρνει αποφάσεις ή την ευθύνη. Πάντα κάποιος άλλος πρέπει να αποφασίσει. Και το αποτέλεσμα είναι οι λαϊκιστές να επανέρχονται και απόψεις όπως «όλοι οι μετανάστες είναι κακοί» και «πρέπει να κλείσουμε τα σύνορα» να γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς. Για εμένα, η Ευρώπη μοιάζει με μια βιβλιοθήκη στην οποία ξαφνικά έρχεται μια ομάδα ανθρώπων, που είναι οι πρόσφυγες και όλοι οι υπόλοιποι να φοβόμαστε να πούμε «αυτό είναι μια Βιβλιοθήκη». Όλοι μπορούν να μπουν μέσα αλλά για να διαβάσουν βιβλία. Όχι για να κάνουν το οτιδήποτε. Πρέπει να δοθεί έμφαση σε αυτό. Υπάρχουν πράγματα που μπορούν και δεν μπορούν να γίνονται μέσα σε μια βιβλιοθήκη. Κάπως έτσι, φωνές τις οποίες στην αρχή κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά, όπως του Χίτλερ, της Λεπέν του Τραμπ ή του Πούτιν γίνονται όλο και πιο ισχυρές καθώς προτείνουν κάποιες λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν και μετά γίνεται η μεταμόρφωση», κατέληξε.

Ως «νέο-αποκιακό φάντασμα» χαρακτήρισε η σκηνοθέτις και ακτιβίστρια Τίνα Λέις την μεταφορά της βιβλιοθήκης, αντιπροτείνοντας εκείνη του σούπερ μάρκετ. Κατά την άποψή της στην προηγούμενη περίπτωση η βιβλιοθήκη αποτελεί απλά το μέρος της κουλτούρας όπου οι μετανάστες έρχονται να βανδαλίσουν. Για εκείνην έχει περισσότερο νόημα να δει κανείς την Ευρώπη ως ένα σούπερ μάρκετ μέσα στο οποίο υπάρχει φαγητό για όλους. Ο καθένας μπορεί να έχει όσο φαγητό θέλει. Όμως ξαφνικά όσοι έχουν παράξει κάτι, το θέλουν μόνο για τον εαυτό τους και λένε αυτό το ψάρι είναι από την δική μας χώρα. Στην πραγματικότητα κανείς δεν θέλει να κάψει βιβλιοθήκες. Όλοι όμως έχουν δικαίωμα να ζουν με βάση όσων παράγονται στο πλαίσιο του δίκαιου εμπορίου γι αυτό δεν θα έπρεπε, σύμφωνα με την Τίνα Λέις, η δημοκρατία να συζητιέται μόνο σε συνάρτηση με τα σύνορα ή την οικονομία αλλά και με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Πραγματικά πιστεύω πως η Ευρώπη είναι βιβλιοθήκη. Δεν είναι εμπορευματοποιημένη και το ερώτημα αν θέλουμε να θυσιάσουμε έναν πολιτισμό που είναι ζωντανός εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια» ανταπάντησε ο Βλαντ Τρόιτσκι. Η Μόνικα Μόκρε αντέτεινε λέγοντας πως η ενσωμάτωση συχνά πηγαίνει και από τις δυο πλευρές. Συνεπώς οι κοινωνίες αλλάζουν και λόγω και της μετανάστευσης. Τόνισε πως η επικοινωνία είναι το ζητούμενο και ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν γκέτο. Αλλά να σκεφτόμαστε πάνω στις ευκαιρίες ενσωμάτωσης καθώς και ότι οφείλουμε να επιτρέψουμε οι νέες ιδέες να ενταχθούν στις ήδη υπάρχουσες.

Και ο ρόλος της τέχνης και του θεάτρου, ποιος μπορεί να είναι μέσα σε αυτό το τοπίο; Σύμφωνα με τον Βλαντ Τρόιτσκι, τεράστιος αφού «πλέον ούτε οι πολιτικοί αλλά ούτε και η εκκλησία έχουν επίδραση. Ο ρόλος των καλλιτεχνών είναι να θέσουν αυτά τα ενοχλητικά ερωτήματα πρώτα στον εαυτό τους και έπειτα και στο κοινό» είπε.

Η Τίνα Λέις πιστεύει επίσης στην δύναμη του θεάτρου, αρχίζει όμως να αμφιβάλει σχετικά με την αληθινή του επίδρασή, από την στιγμή που απευθύνεται κυρίως σε ένα κοινό διανοούμενων και καλλιτεχνών που ήδη γνωρίζουν το ζήτημα. Στην Βιέννη, μια πόλη με υπόβαθρο μετανάστευσης, το 40-50 % δεν πηγαίνει στο θέατρο. Πώς θα μπορούσαμε να προσελκύσουμε αυτούς τους ανθρώπους; Το θέατρο οφείλει να τους προσκαλεί και να βγαίνει εκτός των θεατρικών σκηνών. Αλλά και να ενσωματώσουν την αντίθετη άποψη έπειτα από διάλογο.

Η Μίρα Τζαμάλ πρότεινε ως το καλύτερο εργαλείο για να εκπαιδεύονται οι νεοφερμένοι μετανάστες σε σχέση με τα δικαιώματά που ισχύουν στην χώρα που τους φιλοξενεί. Ενώ και η Ιωάννα Πετρίτση ανέδειξε μια άλλη πτυχή. Εκείνη του θεατρικού παιχνιδιού χάρη στο οποίο μπόρεσαν τα παιδιά του καμπ να εκφραστούν και να εντοπιστούν περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης ώστε να υπάρχει παρέμβαση.

Τέλος, όλοι συμφώνησαν πως δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις παρά μόνο πολλά ερωτήματα που θα πρέπει να τίθενται και να συζητιούνται ανοιχτά, όπως θα ξανασυμβεί σε ένα άλλο πλαίσιο το φθινόπωρο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, σε συνεργασία με το Schweigende Mehrheit και την Ένωση Θεάτρων της Ευρώπης.

 

Published on 1 February 2017