-> read in english

ΕΙΝΑΙ Η ΑΘΗΝΑ ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ;

«Μπορεί η Αθήνα να γίνει η νέα καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ευρώπης;» αναρωτιόταν σε ένα πρόσφατο άρθρο του το BBC με αφορμή την documenta14 στην Αθήνα. Μια πόλη «φτωχή αλλά σέξι» σύμφωνα με τον ανταποκριτή ο οποίος μετέδιδε το ξεχωριστό κλίμα δημιουργικού αναβρασμού που επικρατεί εδώ.

Το άρθρο αυτό είναι ένα από τα πολλά που διαπιστώνουν πως παρά την βαθιά οικονομική κρίση, η τέχνη γνωρίζει μεγάλη άνοδο στην Ελλάδα. Ειδικότερα στο θέατρο μοιάζει όλοι να κάνουν, αλλά και όλοι να βλέπουν. Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Περισσότερες από 800 παραστάσεις έχουν κάνει πρεμιέρα από την αρχή της σεζόν, τον περασμένο Οκτώβριο, μέχρι σήμερα. Ενώ, στην διάρκεια του 2016 ανέβηκαν συνολικά 1490 παραστάσεις σε 308 επίσημα καταγεγραμμένες σκηνές.

© Irina Klyuev

Πριν βιαστούμε, όμως, να μιλήσουμε για επανεφεύρεση της Αθήνας, είναι χρήσιμο να αναλογιστούμε με ποιους όρους συντελείται αυτός ο θεατρικός πληθωρισμός. Διότι πριν από όλα αυτά τίθεται το ζήτημα της επιβίωσης, όπως πολύ εύστοχα επισήμαινε στο άρθρο της πριν από έναν χρόνο η Ειρήνη Μουντράκη, θεατρολόγος και υπεύθυνη διεθνών σχέσεων στο Εθνικό Θέατρο με τίτλο «Can Greece, home of drama, survive state of emergency?», δηλαδή «Μπορεί η Ελλάδα, πατρίδα του θεάτρου, να επιβιώσει από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης;»

Μοιάζει με τραγική ειρωνεία. Κι όμως η θεατρική έκρηξη έχει συντελεστεί χωρίς καμία απολύτως υποστήριξη από την πολιτεία. Οι θεατρικές επιχορηγήσεις έχουν παγώσει από το 2012 και μόλις τον περασμένο Μάρτιο αναγγέλθηκε, από την νέα Υπουργό Πολιτισμού Λυδία Κονιόρου, μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες ηθοποιούς, η επαναφορά τους από την επόμενη θεατρική σεζόν.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ηθοποιοί εργάζονται χωρίς συμβόλαια, δεν αμείβονται καθόλου για τις πρόβες (εκτός και αν παίζουν για λογαριασμό των Κρατικών Θεάτρων ή σοβαρών ιδιωτικών οργανισμών) και συχνά δεν υπάρχει προσυμφωνημένη αμοιβή παρά μόνο ποσοστά επί των εισπράξεων. Δεν είναι καθόλου λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες νέοι ηθοποιοί δέχονται ακόμη και να παίξουν ακόμη και χωρίς καμία απολύτως αμοιβή με την ελπίδα η επόμενη δουλειά τους να τους βρει με καλύτερους εργασιακούς όρους. Πολύ συχνά δεν υπάρχει καθόλου εισιτήριο στην είσοδο παρά μόνο κουτί ελεύθερης εισφοράς, τις εισπράξεις του οποίου μοιράζονται κάθε βράδυ οι συντελεστές. Οι δυσκολίες δεν πτοούν τους Έλληνες ηθοποιούς που μαστίζονται από 95% ανεργία και πολύ συχνά αναγκάζονται να κάνουν δυο και τρεις δουλειές ακόμη και εκτός θεάτρου προκειμένου να επιβιώσουν. Η ευελιξία είναι μεγάλη. Αρκεί να βρεθεί τρόπος να γίνει θέατρο.

Όλη η Αθήνα, μια σκηνή

Ως αποτέλεσμα της παύσης των επιχορηγήσεων πολλά θέατρα έκλεισαν. Στην θέση του θεάτρου Αμόρε που αποτέλεσε σημείου αναφοράς για την πολύ γόνιμη θεατρική ζωή των 90’ς, στέκει σήμερα ένα σούπερ μαρκετ. Ενώ και το ιστορικό Αμφι-θέατρο στην Πλάκα, σήμερα είναι μαγαζί με σουβενίρ.

Η ανάγκη για έκφραση όμως είναι τεράστια και ο Έλληνας καλλιτέχνης σαν άλλος Οδυσσέας επικαλείται ευρηματικές λύσεις από το πουθενά. Έτσι, πλάι στα κανονικά θέατρα με τον άρτιο εξοπλισμό προστίθενται κάθε λογής άλλοι χώροι που άλλοτε φαίνεται πράγματι να εξυπηρετούν καλύτερα την δράση κι άλλοτε πρόκειται εμφανώς λύσεις ανάγκης. Τα τελευταία χρόνια έχουμε παρακολουθήσει θέατρο σε κάθε λογής αποθήκης και πρώην βιομηχανικά κτήρια, σε μπαρ και παραδοσιακά καφενεία, σε μουσεία, γκαλερί ακόμη και σε παλιές βυζαντινές εκκλησίες, θέατρο σε γκαρσονιέρες και διαμερίσματα, σε παλιές αθηναϊκές αυλές, στα δημοτικά σφαγεία, σε παλιά βαγόνια τρένου ως και σε αυτοκίνητο εν κινήσει. Μέχρι και θέατρο στις τουαλέτες είδαμε, στον πολυχώρο Bios.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί από τους ενταγμένους στον χάρτη θεατρικούς χώρους οφείλουν το όνομά τους στην προηγούμενη χρήση τους, όπως τα θέατρα Βυρσοδεψείο, Συνεργείο, Φούρνος.

Τάση αποτελούν και οι περιπατητικές παραστάσεις οι οποίες καλούν το κοινό να ανακαλύψει άγνωστες πλευρές της πόλης. «Όλη η Αθήνα, μια σκηνή» θα μπορούσαμε να πούμε παραφράζοντας την γνωστή φράση του Σέξπιρ.

Υπάρχει κάτι το πολύ γοητευτικό γύρω από όλο αυτό, όμως δεν λείπουν όμως και τα προβλήματα. Πόσοι από αυτούς τους χώρους είναι κατάλληλοι για την χρήση αυτή; Ο Δήμος Αθηναίων επιχείρησε λίγα χρόνια πριν να ελέγξει εάν τηρούνται οι όροι ασφαλείας επιστρατεύοντας έναν απαρχαιωμένο νόμο ο οποίος όμως δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην σύγχρονη πραγματικότητα. Η προσπάθεια έπεσε στο κενό.

Φεστιβάλ εντός και εκτός

Στην αδιαφορία της πολιτείας οφείλεται εξάλλου και η αδυναμία της σωστής λειτουργίας των 16 Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων που φυτοζωούν. Εξ ου και όταν αναφερόμαστε στην σύγχρονη ελληνική θεατρική παραγωγή, το ενδιαφέρον μας εστιάζεται αναγκαστικά στην Αθήνα.

Στην Θεσσαλονίκη τα πράγματα είναι ήδη πιο περιορισμένα, αφού πέρα από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, λειτουργούν 20 ακόμη χώροι παραστάσεων οι οποίοι κυρίως φιλοξενούν αθηναϊκές παραγωγές.

Ίδια είναι η εικόνα και στα διάφορα Φεστιβάλ που κι αυτά αυξάνονται ραγδαία σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Διεξάγονται κυρίως τους θερινούς μήνες και φιλοξενούν όλα το ίδιο σχεδόν πρόγραμμα με ελάχιστες διαφορές από τους περιοδεύοντες κάθε χρόνο θιάσους. Μια από τις λαμπρότερες εξαιρέσεις αποτελεί το Φεστιβάλ Φιλίππων- Θάσου που κάθε χρόνο υιοθετεί ένα συγκεκριμένο θέμα με βάση το οποίο παραγγέλνει νέα έργα.

Κατά τα άλλα όταν μιλάμε στην Ελλάδα για Φεστιβάλ παραστατικών τεχνών το μυαλό όλων πηγαίνει σε ένα από τα αρχαιότερα της Ευρώπης, το Ελληνικό Φεστιβάλ, γνωστό ως Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, το οποίο από το 2005 και για τα επόμενα δέκα χρόνια έχοντας στο τιμόνι του τον Γιώργο Λούκο πέτυχε μια σαφή ανανέωση επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα άνοιγμα στο εξωτερικό αλλά και στην ανάδειξη σημαντικών εγχώριων φωνών. Μια δουλειά που φαίνεται να συνεχίζει με επιτυχία ο νέος καλλιτεχνικός του διευθυντής Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ο οποίος πέρυσι ενθάρρυνε μια σειρά γόνιμων συζητήσεων για το τι Φεστιβάλ θέλουμε να έχουμε.

Μια απάντηση που τα προηγούμενα χρόνια είχε ήδη απαντηθεί με καινοτόμες επιλογές, όπως οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ με την Φιόνα Σο για το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, έναν χώρο που κυρίως συνηθίζει να παρουσιάζεται αρχαίο δράμα. Διάφορες συντηρητικές φωνές θεώρησαν αυτή την επιλογή μη συμβατή για το αρχαίο αυτό θέατρο. Ήταν όμως μια μεγάλη επιτυχία. Όπως και η παρουσία εκεί των Πίνα Μπάους, Τόμας Οστερμάγιερ, Κέβιν Σπέισι ως και το Ιαπωνικό Θέατρο Νο.

Ανανέωση και συντήρηση: δύο αντίρροπες δυνάμεις

Πράγματι, δεν είναι λίγες οι φορές που οι συντηρητικές φωνές στην Ελλάδα ανακόπτουν τον δημιουργικό ενθουσιασμό. Πέρυσι, ο Στάθης Λιβαθινός, ο νυν καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού θεάτρου που καλλιεργεί διεθνείς συνεργασίες με θιάσους όπως το Βαγκτάνγκοφ, αναγκάστηκε να κατεβάσει την παράσταση Ισορροπία του Nash εν μέσω πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων, καθώς στην παράσταση υπήρχαν αποσπάσματα από το βιβλίο ενός τρομοκράτη. Στην περίπτωση του Corpus Christi στο Χυτήριο, οι αντιδράσεις προήλθαν για θρησκευτικούς λόγους. Ενώ στην πολύ γνωστή περίπτωση της αιφνίδιας παραίτησης του Γιαν Φαμπρ, από το τιμόνι του Φεστιβάλ Αθηνών ήταν ο ίδιος ο καλλιτεχνικός κόσμος που ξεσηκώθηκε ενάντια σε έναν προγραμματισμό αφιερωμένο στο Βέλγιο.

Μοιάζει να παλεύει με δύο αντίρροπες δυνάμεις το ελληνικό θέατρο. Οι περιπτώσεις αυτές, αν και χαρακτηριστικές συνυπάρχουν μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης ανανέωσης που πραγματοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια, καθώς η δεκαετία Γιώργου Λούκου στο Φεστιβάλ συνέπεσε με την θητεία του Γιάννη Χουβαρδά (από το 2007 έως το 2013) στο Εθνικό Θέατρο. Ένας σκηνοθέτης που έδειξε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον για τις διεθνείς συνεργασίες με κορυφαία περίπτωση την Οδύσσειας σε σκηνοθεσία Μπομπ Γουίλσον, μια συμπαραγωγή με το Πίκολο Τεάτρο.

Παράλληλα, το 2010 προστέθηκε άλλος ένας ισχυρός παίκτης στο παιχνίδι που εξελίχθηκε σε καταλύτης για την διαμόρφωση του ελληνικού θεατρικού τοπίου. Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση προσκαλεί μεγάλα ονόματα στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα χρηματοδοτεί την περιοδεία Ελληνικών παραστάσεων στο εξωτερικό.

Αυτός ο ιδιωτικός φορέας είναι ο μόνος που έχει καταθέσει μια συστηματική προσπάθεια τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την προώθηση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό ιδιαίτερα στο πεδίο των παραστατικών τεχνών, μια δουλειά που κανονικά οφείλει να είναι έργο της κυβερνητικής πολιτικής. Έτσι δουλειές όπως της πειραματικής ομάδας Blitz ή του νεότατου Δημήτρη Καρατζά έχουν ταξιδέψει σε σημαντικά φεστιβάλ και θέατρα του εξωτερικού.

Βασισμένος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις ο Θόδωρος Τερζόπουλος ο μόνος πραγματικά διεθνής Έλληνας σκηνοθέτης, έχει δουλέψει συστηματικά τα τελευταία τριάντα χρόνια έχοντας κερδίσει διεθνή αναγνώριση ο ίδιος, η περίφημη πια μέθοδός του και το θέατρό του, Άττις.

Σε αναζήτηση πολιτιστικής πολιτικής

Όπως ήδη αναφέραμε, η απουσία πολιτιστικής πολιτικής είναι εμφανής όχι μόνο σε σχέση με την προώθηση του ελληνικού καλλιτεχνικού προϊόντος στο εξωτερικό, αλλά και στην ίδια την εθνική πολιτική, βλέπε πάγωμα επιχορηγήσεων. Αλλά πάει ακόμα πιο πίσω, στον χώρο της εκπαίδευσης.

Το πάγιο αίτημα της καλλιτεχνικής κοινότητας για την ίδρυση μιας Ακαδημίας Τεχνών στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στον αέρα, ενώ δεν υπάρχει ούτε σχολή θεατρικής σκηνοθεσίας στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, λειτουργούν 26 αναγνωρισμένες (οι δύο από αυτές κρατικές) δραματικές σχολές τετραετούς φοίτησης, 24 στην Αθήνα, τέσσερις στην Θεσσαλονίκη και μία στην Πάτρα. Από τις σχολές αυτές κάθε χρόνο αποφοιτούν δεκάδες νέοι ηθοποιοί που βγαίνουν σε αυτή την ανοιχτή αγορά εργασίας επιχειρώντας να βρουν την δική τους εκφραστική διέξοδο.

Αυτή η ασυγκράτητη δημιουργική ορμή είναι σίγουρα εντυπωσιακή, αλλά κρύβει κι έναν μεγάλο κίνδυνο. Ο αυτοσχεδιαστικός και αυθόρμητος τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράγματα, ρίχνει πολλές φορές τον πήχη. Ανάμεσα στις 1500 παραστάσεις κάθε σεζόν, με δυσκολία μπορεί να ξεχωρίσει κανείς ορισμένες. Στις περισσότερες περιπτώσεις ελλιπώς προετοιμασμένες παραστάσεις αυτοσυστήνονται ως πρωτοπορία, κακοχωνεμένες τάσεις παραστάσεων του εξωτερικού οδηγούν σε αποτελέσματα απογοητευτικά. Πολύ σπάνια να φτάσει κάποια το ποιητικό βάθος που χαρακτήριζε παραστάσεις όπως εκείνες του Λευτέρη Βογιατζή, ενός από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου που πέθανε τέσσερα χρόνια πριν.

Συμπερασματικά, o διάχυτος δημιουργικός ενθουσιασμός που επικρατεί δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για να προκύψει κάτι πολύ φρέσκο και ενδιαφέρον. Η κρίση με έναν παράδοξο τρόπο δίνει ούριο άνεμο στο ελληνικό θέατρο. Η απογείωση όμως του αεροσκάφους δεν μπορεί να συμβεί εκτός πίστας, δίχως τον πύργο ελέγχου, με την απουσία, δηλαδή, της εθνικής πολιτιστικής πολιτικής.

 

Published 15 June 2017